καλή δουλειά

δουλειά < μεσαιωνική ελληνική < δουλεία

great place to work Best Companies καλή δουλειά,
Ο.Α.Ε.Δ. ΟΑΕΔ OAED Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού
κρατικονομικώς δημόσιο τακτικό προσωπικό MONIMOI Διαγωνισμός σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, Περιλήψεις Προκηρύξεων Δημοσίων Φορέων, προκηρύξεις πλήρωσης θέσεων σε Δημόσιους Φορείς,
Ο.Α.Ε.Δ. ΟΑΕΔ OAED Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού,
Ουσιαστικό
[]
δουλειά θηλυκό
η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του
η εργασία, το επάγγελμα
τι δουλειά κάνεις;
η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται
πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο
πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία
η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς
το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας
ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά
η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν
τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)
Εκφράσεις[]
δουλειές με φούντες: προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα
μου άνοιξες δουλειές: μου προσέθεσες νέες υποχρεώσεις - φασαρίες
Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]
δούλεμα
δουλευταράς - δουλευταρού
δουλευτάρης - δουλευτάρα
δουλευτής - δουλεύτρα
δουλεύω
δούλεψη
δουλίτσα